Τζιείνος που είπεν η παλλάρα
πως εν πάνω στα βουνά
εν θα ξέρει το μεράκκιν
για κουμάριν τζιαι κουνιάκκιν
του παρέα μου του Μηνά.
Category: ΚΟΙΝΩΙΚΑ Page 1 of 5
Ο Γιώρκος είτουν ζωηρός
γνωστός μεσ’ το χωρκόν του
όπου τζιαι νίαν βρίσκετουν
έθελεν να γινίσκετουν πάντοτε το δικόν του.
Γραμμένο για το θεατρικό έργο του Γιάννη Γρίβα
(ΤΟ ΓΑ/ΜΑΝ ΕΝΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΕΡΟΝ)
Με τη γλώσσαν της καρκιάς μου, τζιαι τα μάθκια του μυαλού
κάποτε στενοχωρκούμαι
άμμαν εν να κρολωούμαι
τους μεγάλους που μιλούν.
Κάποια μάνα αναστενάζει
κάνει δεήσεις στην Παναγία
και με ένα δάκρυ καυτό που στάζει
για το παιδί της ζητά υγεία.
Βρε άθρωπε, που καταντάς; για τον ππαράν τζιαι μόνο
εσούνι τρως, καλοπερνάς
μα εν τζιαι θωρείς ότι τζιερνάς
τους συναθρώπους πόνο.
Με τον καμόν τ’ απόδημου τζιαι της πατρίδας πόνο
κάθε λεπτόν στην φνηθκιάν
τες αναμνήσεις στην καρκιάν
ζυάζω με τον τόνο.
Σιήλιες σκέψεις στο μυαλό μου
τζιαι μαράζιν στην καρκιά
την αλήθκειαν να την πούμεν
άρκεψα τζι’ αναρωθκιούμαι
πού τραβούμε ρε παιθκιά.
Αν του απόδημου η καρκιά μπορούσεν να συντήσιει
να πει πως νοιώθει μακριά
των άμμαθκιών τα δάκρια
είσιεν να τους στραντζιήσει.
Το πλάσμαν που χουμίζεται για τες δικές του πράξεις
τρέσιει τη δόξαν ταπισόν
σαν το παλιοπουκάμισον
πρέπει να τον πετάξεις.
Στη μοντέρναν τη ζωή μας που φαίνεται φανταχτερή
εχάλασεν η κοινωνία
σέβας, εχτίμησην, φιλίαν
γυρέφκεις τα με το τζιερίν.
Ο Κωσταντής είτουν φτωχός μ’ έξι παιθκιά να ζήσει
που Σάββατον ως Σάββατον
δούλεφκεν μεροκάματον
να ντύσει, να το1σει.
Η τιμιότης πας τη γη ριζώθηκεν με γαίμαν
παππούδες τζιαι προπάπποι μας είχαν την για καμάριν
τωρά ο κόσμος άλλαξεν, εγίνην τέλεια ψέμαν
εθάψαν την τζιαι εσπάσασιν ακόμα τζιαι το φκιάριν
(Για την ονομαστική τους εορτή που ήταν στις 1 Ο Φεβρουαρίου)
Ασκόπησα μεσ’ τες λαξιές τζιαι της καρκιάς τους κάμπους
πασκώντας πάνω σε χαρτί
να γράψω ποίημα στη γιορτήν
τ’ Αγίου Χαραλάμπους.
Ε,εε! Παίξε δκιολάρη το δκιολίν,
θέλω να τραουδήσω
σαν έκαμα άλλα ξανά
τζιείν’ της Λαμπρής τα έθιμα
να σας ξαναθυμίσω.
25η Μαρτίου εξαναύρεν μας τζιαι πάλε
έτος δκυο-σιηλιάδες δύο τζι’ η ειρήνη εν μας κλουθά.
Εν κοσιεφτά οι γρόνοι, που ερέξασιν τζιαι βάλε
που κρεμμάσασιν την Κύπρον, στον Σταυρόν του Γολγοθά.
Δέτε πού καταντήσαμε το δκυο σιηλιάδες δύο
συγγένεια τζιαι σεβασμός έπιασαν κατηφόραν.
Που το μαράζιν, τον καμόν, τα δάκρυα μου πνύω
γιατί αρφός δεν σπαταλά για τον αρφόν του ώραν.
Στουν’ τον ψεύτικον τον κόσμον ούλλα εν προσωρινά
σιαίρουνται τον ερκομόν τους
μα ούλλα έχουν τον τελειωμόν τους
φκιόρα, πλάσματα, χτηνά.
Σηκώνω πασ’ τη ράσιη μου πενήντα δύο γρόνους
σαράντα εις την ξενηθκιάν
τζι’ εγνώρισεν τουτ’ η καρκιά
χαρές, πίκρες τζιαι πόνους.
Έκατσα με τη σκέψη μου, εψές να κουβεντιάσω
μα η λογική εν τα χώνεψεν
τζιαι παρολλίον εκόντεψεν
τον νουν μου να τον χάσω.
Έσιεις φίλε μου μαράζια τζιαι η φτώσεια εν η αιτία
να αναπνέψεις δεν μπορείς
μάθε τζι’ εσούνι να λαλείς
εν έσιει σαν την υγείαν.