Άμμαν εννάρτει η ώρα μου, τουν’ τη ζωή ν’ αφήσω
τζιαι τούτον τον ψευτόκοσμον, να τον ποσιαιρετήσω
θέλω τον ποσιαιρετισμόν για να γινεί με γέλια
εγιών’ εν θ’ ακούω ή να θωρώ
μα έξερε θα σε καρτερώ
στου άδη τα καντζιέλα.
Category: ΕΡΩΤΙΚΑ Page 1 of 3
Sweet tender moments don’t ever leave me
You make my life as light as a feather
My true companion be always with me
Ι want those moments to last forever.
Ε,ε, Εφίλησα την τζι’ είπε μου δεν εξαναφιλήθην
ζωγράφιζεν τα σιείλη μου
μ’ είπαν της τζι’ έξι φίλοι μου
τζι’ άκουσα δεν αρνήθην.
Η παράνομη αγάπη είναι κόλαση σωστή.
Αγαπάς κάποιον τζι’ αγαπά σε
μα κάθε λεπτόν φοάσαι
μεν’ τυχόν τζιαι ακουστεί.
Όφτζιερη ήτουν η ζωή μου δίχως νόημα κανένα
τζι’ έβαλλα τα με τη μοίρα έκλαια τα χάλια μου.
Η χαρά τζιαι η αγάπη ήτουν άγνωστα σε μένα
μα ένας άντζιελος εν π’ ήρτεν τζι’ έμπην μεσ’ τ’ αγκάλια μου.
Που τότες που σε γνώρισα μέσα μου έμπην κάτι,
εν κάτι που δεν φαίνεται, εν κάτι που το νιώθω.
Τζιείνον το κάτι, εγέμωσεν τα σωθικά μου αγάπην
τζιαι τη ζωή μου έκαμεν να ξυσιειλά μ’ αγάπην.
Αντζιελε των ονείρων μου τζιαι της καρκιάς μου σκέψη
άψες στα στήθκεια μου φωθκιάν
πόσον τζιαιρόν τουτ’ η καρκιά
θάρκεσαι εν ν’ αντέξει;
Του κόσμου τα παράπονα ο ποιητής συνάει
πίκρες χαρές τζιαι κρίματα
ζυμώννει, κάμνει ποιήματα
κρατεί τα όπου πάει.
Τραντάφυλλον της σκέψης μου, άντζιελε της καρκιάς μου
παρηορκά του πόνου μου, ταίριν της συντροφκιάς μου
μεσ’ την καρκιά μου σ’ έβαλα, μεσ’ την καρκιάν μου σ’ έχω
εσού μου δκιάς παρηορκάν τα βάσανα ν’ αντέχω.
Τα μάθκια σου τα καφεθκιά
απού την πρώτην αμμαθκιάν
που ρίψαν στα δικά μου
μηνύματα μου σύρασιν
τζιαι λαμπρατζιές επήρασιν
εφτύς τα σωθικά μου.
Αχ τζιαι να μπόρηες να μπεις να δεις μεσ’ την καρκιάv μου
το τι νιώθω για λλόου σου το τι λαλεί για σένα.
Αμφιβολίες εν θάσιεις στα λόγια τα δικά μου
τζι’ ούτε ποπ’ είσιεv να μου πεις δκυο λόγια πικραμμένα.
Βάσανον της καρτούλλας μου τζιαι του μυαλού μου σκέψη
κρούζω με μιαν σου αμμαθκιάν
πόσον τζιαιρόν τουτ’ η καρκιά
θαρκέσαι εν’ ν’ αντέξει;
Άθελα μου σε πίκρανα,
συγνώμη σου ζητώ
συγχώρα μου τζιαι ώσπου ζιω
όρκον σου κάμνω δυνατόν
πως εννά σ’ αγαπώ.
Αγάπησα σε που καρκιάς μα σαν να μεν’ πιστεύκεις
τζι’ έσιει τωρά λλ.ίον τζιαιρόν
παθθαίννεις όπως το μωρόν
τζιαι τα φιλιά τζιηεύκεις.
Βασιλιτζιά της σκέψης μου τζιαι της ζωής μου φκιόρον
τούτη καρκιά που σ’ αγαπά
τζι’ ούλλον για σέναν αχτυπά
θα σου την κάμω δώρον.
Στης καρκιάς μου το δευτέριν τ’ όνομαν σου έχω γραμμένο
με μελάνιν της αγάπης, πον’ ημπόρει να σβηστεί.
Μεσ’ στα στήθη μου παλάτι έχω σου εγιώ χτισμένο
τζι’ ώσπου ζιω τζιαι αναπνέω δεν ημπόρει να σβηστεί.
Έναν μπεκρή είχα συναντήσει κάποιο βράδυ
ακουμπισμένο στου στενού μου τη γωνιά
ένα όνομα διαρκώς να ψιθυρίζει
και για παρέα μια μπουκάλα είχε αγκαλιά.
Σε μιαν ψυσιήν που με πονά
τζιαι το καταλαβαίνω
δίχως να καθυστερήσω
που καρκιάς εννά χαρίσω
τες ευχές των Χριστουγέννων.
Ενν η φτώσεια τζι’ η μιζέρκα που μας έσμειξεν εμάς
τζιαι τα πλούτη της καρκιάς μας ενν’ η αγάπη μονιχά.
Τα φιλιά μου τζιαι τα χάθκια θάσιεις ότι πεθυμάς
φτάννει νάχουμεν αγάπη, τζι’ ας ηζιούμεντε φτωχά.