Που το Κολόσσιν πρόσφυγες δκυο γέροι μιαν πρωϊαν
εις τον γιαλόν της Λεμεσού περίπατον επήαν.
Στην παραλίαν εκάτσασιν τζειαμαί πον’ οι βαρκούες
τζιαι ποθαμμάζαν που μακρά ούλλες τες κοπελλούες.

Μια τουρίστρια Εγγλέζα με ολόξανθα μαλλιά
εξαναθθύμισεν τους γέρους τη ζωήν τους την παλιάν.
Πεντέξι λέξεις αγγλικά έξεραν μεταξύ τους
τζι’ εφώναξαν της Εγγλεζούς για να πιει έναν drink μαζίν τους.

Τζιείνη εδέχτην τζι’ είπεν τους, the pleasure it’s all mine
τζιαι να θώρες τα γερούθκια
εκλώθασιν τα μουστακούθκια
παραντζιέλλουν τρία ποτήρκα τζιαι μιαν πότσαν με wine.

Εσκέφτηκαν εν θ’ αντέξει η Εγγλέζα πασ’ την κράσαν
τζι’ είσιεν να της αποδείξουν πως εν επολλογεράσαν.
Πίννουσιν την πρώτην πότσαν, διατάσσουν άλλη μιαν
τζι’ η Εγγλέζα στέκει ‘κόμα ίσια σαν την συ καμιάν.

Πίννουν δεύτερην τζιαι τρίτην, τζι’ αρτζιηνέψαν τα γερούθκια
να θωρούσιν λουλλουπούθκια.
Πα’ στην τέταρτην την πότσαν τίποτες εν εγαϊζαν
στην αυλήν της παραδείσου ότι ήτουν ενομίζαν.

Στην πέμπτην πότσαν, 1 love you, είπεν της ο ένας γέρος
τζειαχαμαί η Εγγλεζούα εζήτησεν να πα στο μέρος.
Εσηκώθηκεν να πάει τζι’ είπεν τους πως εθθ’ αρκήσει
τζιαι γιαζίν-πουράν επαίζαν ποιος θα την πρωτοφιλήσει.

Τα ρολόγια ασκοπούσαν, δευτερόλεπτα μετρούν
μα εν εστράφην τζι’ άφηκεν τους εις τα κρύα του λουτρού.

Λονδίνο 21.8.1983