Γιωρκήςτου Χ” Αντώνη βοσκαρούιν χουμιστόν
που για την παλΝΊκαρκάν του ούλλοι έχουν ακουστόν
που ο πρόπαππος του εtrαντσιφλικάς στην Ακανθούν
είπεν εν να μάθει πάλην, μπόξιντζιαι καράτε
τζιαιτηντέχνηντου Κανγκ-Φού.

Μιαν φόρμαν άσπρην γόρασεν με βρακοζώνιν μαύρον
τζιαι έμοιαζεν ο Γιώρκος μας σαν Ισπανίας ταύρον.
Την νύχταν άμμα μάντριζεντες αίγιες στο μαντρίν
την βράκαντ’ εν που φκάλλει, την φόρμαντου φορεί
καράτε πράχτες έκαμνεν πάνω στην αναρήν.

Φαντάζετουν εtrουν Μπρους Λη τζι’ έδερνεν μιλιούνια
τζιαι κάθε νύχταν έσπαζεν έναν κουμνίν χαλλούμια.
Σιήλλοιτζιαι κάποι ετρέμαντον μέσα στη γετιονιάν
γιατί μιαν μούγιαν σκότωσεν προχτές με μιαν ππουνιάν.
Η αίγιατου η ματρεζού είτουν αγγαστρωμένη
έκαμεντης καράτετσοπτζι’ εβρέθην γεννημένη.

Δκυο ρίφκια εν που τ’ έφκαλεντζι’ αρώταν μετζι’ εμέναν
είνταλως τζιαιτα ρίφκιατου εφκήκαν ψοφισμένα.
Να γίνει μιάλος αθλητής προσπάθαν με μανίαν
τζιαιτοντσιάρον έκοψεν, κρασίντζιαι ζιβανία.

Δευτέραν πάλην έκαμνεν μαζί μετες κουέλλες
πού σώβρακα εφόρεντους ακόματζιαι φανέλλες.
Μπόξιντην Πέφτην έκαμνεν ο Γιώρκος πας στη βούρκαν
τζιαι Τζιερκατζιήν ένν π’ έκαμνεν καράτε παςτ’ α γγούρκα.
Έσιει σου μιαν κκελλέν σκληρήν που μοιάζει μετην ρότσαν
για δοκ ιμήν εσπάσασιν πάνωτης μίαν πότσαν.

Εστέκαντζι’ εθαυμάζαντον ούλλ’ οι περαστικοί
αμμ’ εντζι’ ξέραν ότι η πότσα ήταντζια ι πλαστική.
Ρέξαν οι μέρες οι καλές , όμως γιατον Γιωρκήν
τζι’ ήρτεν για λλόουτου μαύρη, μέρα γεμάτη όρκη
πάνω σε ταύρον γύρεψεν να κάμειτζιεφαλιάν
μ’ οταύρος τον επρόλαβεν πρώτος με κουτουλιάν
τζιαιτον Γιωρκήν μας έσυρεν σε μάκρος έξι μέτρα
τζιαι τα σπασμένα κόκκαλα κλάμοντας ενν π’ εμέτραν.

Kingsbury 15.3.1965