Αγαπημένο μου παιδί εσκέφτηκα να κάτσω
τζιαι λλία που τα νέα μας είπουν για να σου γράψω.

Η αρφή σου η Τούλλα έκλεισεν τα δεκ’εννιά της γρόνια
τζι’ εν το μεράκκιν της πολλύν
να παίζει κούκλες τζιαι τσιουλλήν ακόμα μεσ’ τα αλώνια.

Η άλλη η αρφούλλα σου, η Ντίνο η προκομμένη
τσιάρον τζιαι ποτόν ρουφά τζι’ είπεν της Τούλλας στα κρυφά
πως εν τζι’ αγκαστρωμένη
τζιαι το άσσιημον που εν ηξέρει ο αίτιος ποιος ένει.

Η μάνα σου εκλέφτηκεν μ’ έναν ξενοχωρίτη
έσι’ έναν μήνα π’ όφυεν τζιαι δεν εστράφην σπίτιν.

Ο αρφός σ’ εμοντερνίστηκεν, κρατεί τσένταν στον νόμον
μέσα στο χωρκόν σφυρούν του, όμμα ρέξει που το δρόμον.

Η ανιψιά σου η Γιωρκού, που είτουν καμάριν του χωρκού
με τ’ ανοιχτά καρέ, τα ‘μπλεξεν μ’ έναν πιανίστα
τζι’ εκατάντησεν αρτίστα, τωρά μεσ’ τα καπαρέ.

Τζιείνη η άλλη ανιψιά σου γιε μου η Βασιλική
στην χώραν επήεν να σπουδάσει άκουσα μαγειρικήν
τζι’ έκαμεν έναν γλύκισμαν άκουσα πρώτον πράμαν
μα εξηχάστην στην κουβένταν με την Μαρουλλούν αντάμα
τζιαι πάνω στο παναθύριν να κρυάνει τό ‘φησεν
τζιαι εγεύτην το ο κάττος τζιαι εφτύς εψόφησεν.

Ο ανιψιός σου, ο Κωστής του Προμηθέα
τά ‘μπλεξεν με κάποιαν νέον, παντρεμένη εις την Ζώθκιαν
ηύραν τον οι συγγενείς της τζιαι εώκαν του μεσ’ τα ριζόφκια.

Εμουντάραν τον μιαν νύχταν σαν εμάντριζεν τα βούθκια
τζι’ ως που ζιει, εν θα μπορήσει ούτε να κάμει κοπελλούθκια.

Εφαρμακώθην η ζωή μου, εν σωστόν μαρτύριον
άδικα με είπαν κλέφτην, έτο πειθάρκου την Πέφτην πάω δικαστήριον.

Επιάσαν ψευτο-μαρτυρίαν της Μαρίας της πασιάς
που είπεν είδεν με να κλέφτω, τα λεφτά της εκκλησιάς.

Είχα κάτι δυσκολίες πάνω στα οικονομικά
τζι’ εγρειάστηκα να πιάσω λλίους ππαράες δανεικά.

Μα είπα το τζιαι τ’ αστυνόμου, του παπά τζιαι της Μαρίας
εν τζι’ έμπηκα για να κλέψω, σύντομα θα τα επιστρέψω
είπα το της Παναϊας.

Το κακόν μου εν που θέλουν στο χωρκόν μας μερικοί
έτσι αν θα μ’ απαντήσες, γράψε μου στην φυλακήν.

Έρκουνται τζιαι βοηθούν με ούλλοι μας οι συγγενείς
τζι’ αρωτούν με πότε εννάρτεις, νακκουρίν για να τους δεις.

Έρκουνται τζιαι βοηθούν με ούλλοι για χαττήριν σου
εννά περιμένω γράμμαν, με αγάπην ο τζιύρnς σου .


Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΥΙΟΥ