Ετσάς προχrές την Τζιερκατζιήν
ήβρα τον Γιώρκον του Χατζιή
μεσ’ τη δική μου στράταν
τζι’ εφάνην μου μαραζωμένος
άκκεφος, σικκιρτισμένος
τζιαι τα μάθκια του γεμάτα.

Έλα, λαλεί μου ρε Γιαννή, άκου τα βάσανα μου
πρέπει κάποιου να τα μολοήσω
γιατί όπως πάω εννά τσακρίσω
με τούν’ την οικογένειαν μου.

Που τον τζιαιρόν που άρμασα
μ’ Εγγλάζον την Γιωρκούλλαν
πάω να χάσω το μυαλόν μου
γιατί μεσ’ το σπιτικόν μου
αλλάξασιν ούλλοι τζιαι ούλλα.

Φωνάζει η γεναίκα μου αντάν με δει ομπρός της
τζι’ άρτζιέφκει μου τες τσιριλιές
γιατί λαλεί εν κάμνω δουλειές
που κάμνει ο γαμπρός της.

Εκλείδωσεν μου τα ποτά τζιαι τα κλειθκιά κρατά τα
εκαούρτησεν μου την καρκιάν
θέλει με να φορώ ποθκιάν
τζιαι να πλυννήσκω πιάτα.

Εσήκωσεν μου σύστημαν τζιαι μουρμουρά καπάλιν
εν θέλει την μουστάκαν μου
έκρουσεν μου την βράκαν μου
τζι’ εγόρασεν μου να φορώ
έναν στενόν τσιαπάλιν.

Εξήντα-εφτά γρονών γεναίκα, τζιαι κάμνει μου γινάθκια
τώρα πασαλείφκει τζιαι την φάτσαν της
πούτρα τζιαι κοτσιηνάθκια.

Μάνα τζιαι κόρη πάσκουσιν φίλε μου να με σπάσουν
κάμαν με τζι’ εν αντέχω πιον
εννά τες σφάξω τζιαι τες δκυο
τζι’ ας πα να με κρεμμάσουν.

29.10.1986