Βρε ξενηθκιά που μ’ έφαες
τα νειάτα τζι’ ονειρά μου
ξέρω πως το κατόρθωσες
τζιαι βάσανα εφόρτωσες
τουν’ την φτωσιήν καρκιάν μου.

Πάντα φτωχούς απόδημους
στα σιέρκα σου εν που πιάννεις
ρίφκεις φωθκιάν στη στράταν τους
αρπάσσεις τους τα νειάτα τους
τρώεις τα τζι’ εν χορτάνεις.

Έτσι για περιπαίξιμον
χαράν θα τους κουτσιήσεις
με ύπουλην ικανότητα
την εθνικήν ταυτότητα
πάσκεις να φαραντζιήσεις.

Στ’ αγκάλια σου ο απόδημος
κλαίει τζι’ αναστενάζει
είσαι μια φάουσα κρυφή
σαν την τριτζιέφαλην κουφήν
π’ ούλλον φαρμάτζιην στάζει.

Όποιος γελιέται τζι’ έρκεται
μέλλον να σου ζητήσει
αν έξερεν τα βάσανα
πού’σιεν να συναντήσει
παρά να τρως τον κόπον του
καλλύττερα στον τόπον του
τζι’ απένταρος ας ζήσει.

Λονδίνο 13.12.2001