Ο Γιώρκος είτουν ζωηρός
γνωστός μεσ’ το χωρκόν του
όπου τζιαι νίαν βρίσκετουν
έθελεν να γινίσκετουν πάντοτε το δικόν του.

Μα άξιππα ορφάνεψεν
που μάναν τζιαι που τζιύρην
τζι’ εν πολλά μαραζωμένος
γιατί ήτουν μαθημένος
να τα βρίσκει ούλλα χαζίριν.

Ανηωτόν τον έπιασεν
η θκειά του η Αγάθη
που τ’ έταξεν να σωρεφτεί
να κάτσει νάκκον να σκεφτεί
τζιαι μιαν τέχνην να μάθει.

Ήντα τέχνην εννά μάθω
έλα θκειά πε μου τωρά
θέλω μιαν δουλειάν κκεφάτην
ναν’ η πούγκα μου γεμάτη
κάθε μέρα με ππαράν.

Μηχανικός δεν γίνουμαι
λοαρκασμός κομμένος
γιατί οι μητσιές θα με θωρούσιν
τζιαι μητά μου θα γελούσιν
που ‘ννάμαι πάντα μουζωμένος.

Μεν μου πεις ράφτης
θκειούλλα μου για να γινώ εγιώνι
κλάμα τα μεσομέρκα μου
που εννά τρυπώ τα σιέρκα μου
πάντα με το βελόνι.

Θέλω δουλειάν ναν’ σπαστριτζιή,
τζιύζαρε την σκαρπαριτζιήν
με γόμες τζιαι με ράσπες
κάλλιον να ζιω τζιαι να πεινώ.

Κτίστης μεν μου πεις να γινώ
με σκόνες τζιαι με λάσπες
την αλήθκειαν ενν’ την κρύφκω
εννά πω κουβέντες ίσιες.

Θέλω να τρώω ψουμίν γλυτζιήν
έθθα ζιω στην αρκατιτζιήν
ούτε θα πιάω παρπεριτζιήν
που ‘ννα γεμώννω τρίσιες.

Έθθελω να μάθω τέχνην
μεν μου στήννεις θκειά καφκάν
εγιώ εσκέφτηκα θκει’ αγάθη
να γοράσω έναν καλάθιν
τζιαι να το γεμώσ’ αυκά.

Τζι’ εννά πα να πιάσω πόστον
μέσα στην κρεατ’ αγοράν
πρώτον πράμαν θα προσφέρω
σ’ έξι μήνες έθθα ξέρω
πού θα βάλω τον ππαράν.

Γέμωσεν έναν καλάθιν τζι’ έμπην μεσ’ την αγοράν
έκατσεν πασ’ το σκαμνίν του τζιαι πελάτες καρτερά.
Αμμά πάνω στο σκαμνίν του ποτζιοιμήθηκεν ο Γιώρκος
τζι’ ονειρεύτηκεν πως ‘γίνην, με τ’ αυκά μεγάλος Λόρτος.

Πως είσιεν αυτοκίνητα, τζιαι μαχαζιά τζιαι σπίθκια
πως με τ’ αυκά απόχrησεν του κόσμου τα στολίθκια.
Χτίζει ορνιθοτροφεία που την Πάφο στο Καρπάσι
τζι’ ονειρεύκετουν πως είσιεν πιο πολλά που τον Ωνάση.

Ως τζιαι με τους βασιλιάδες είδεν πως εδείπνησεν
μα έππεσεν που το σκαμνίν του άξιππα τζι’ εξύπνησεν.

Μα η χαρά του τζιαι το γέλιον που τα σιείλη του εχάθην
γιατί την ώρα που τζιοιμάrουν τζι’ έκαμνεν τα όνειρα του
εκλέψαν που τα σιέρκα του τ’ αυκά τζιαι το καλάθιν