Αγαπητοί συμπατριώτες, νέοι, γέροι τζιαι παιθκιά
της πατρίδας το σαράτζιην, ούλλους μας, τρώει την καρκιάν.
Μα ελάτε τώρα πέτε μου, ποια είναι η αιτία
π’ αφήννουμεν τους τόπους μας, με τ’ όμορφα τοπία;

Έννεν για τούτα τα λεφτά, πλούτη τζιαι μεγαλεία που
ερκούμαστεν στη ξενηθκιάν
τζιαι με τη θλίψην στην καρκιάν
δουλεύκουμεν ούλλοι μας με μανίαν;

Φτωχόπαιδα αναγκάζουνται, που τα χωρκά τους φεύκουν τζιαι
μεσ’ τα εργοστάσια μερόνυχτα δουλεύκουν.
Σιωνώννουν δάκρυα καυτά, μεσ’ στούν’ τα ξένα μέρη το
τί τραβά ο καθένας μας, ένας θεός το ξέρει.

Μα έναν πράμαν θα σας πω που νιώθω μεσ’ τα στήθκεια τζιαι
ούλλοι σας το ξέρετε, ότι πως εν αλήθκεια.
Πολλοί μεσ’ τούτην τη ζωή, πλούτη αμμ’ αποχτήσουν
πιο κάτω που τη μούπην τους δεν μπόρουν να δικλήσουν.

Τζι’ αντάν πεθάνει ο άδρωπος, πλούσιος ή φτωχός τρεις
πήχες άπλυτον παννί, τζιαι μιαν καντήλαν λάδιν όσα
ριάλια τζι’ αν κρατεί
ούτε μπακκίραν δεν μπορεί να
πάρει εις τον άδην.

Για του φτωχού το δίκαιον εγίναν φασαρίες αγωνίστηκαν,
τζι’ αγωνίζουνται ακόμα οι συντεχνίες.
Ζωές θυσιαστήκασιν, τ’ οχτάωρον να φέρουν γιατί οι
αρκάτες έτυχεν τόσον να υποφέρουν.

Άδρωπε ξήχασ’ τα λεφτά, φκάρτα που το μυαλόν σου τζιαι
δίκλα νάκκον για να δεις τζιαι τον συνάνθρωπον σου.
Ξηχάστε νάκκον τον ππαράν, μεν σκέφτεστε το χρήμαν
αμμέν θέλετε να γινεί τούτη ολόκληρη η γη
έναν μεγάλον μνήμαν.

Λονδίνο 29.8.1987