Της πέννας μ’ έβαλα ψυσιήν
τζιαι του χαρτιού μου γλώσσαν
τζιαι με την σκέψην της καρκιάς
για τη ζωήν της ξενηθκιάς
έχω να πω καμπόσα.

Με τα μάθκια του μυαλού μου
τζιαι τη σκέψην της καρκιάς
προσπαθώ πέρκει μπορέσω
κάπως να δικαιολογήσω
τη ζωή της ξενηθκιάς.

Να πω εν ούλλα άσσιημα,
θα ήτουν ψέματά μου
κάποιες χαρές εγεύτηκα
στα ξένα επαντρέφτηκα
τζι’ έκαμα τα παιθκιά μου.

Η ξενηθκιά είναι θερκόν
άφηκα πίσω στο χωρκόν
τη σκέψην τζιαι καρκιάν μου.

Η ξενηθκιά μού εστέρησεν,
παππούες, γονιούς τζι’ αέρκια
δοτζιήμασα δκυο-τρεις φορές
για να μετρήσω τες χαρές
μα πάντα εσιεπάζαν τες
της ξενηθκιάς τα ντέρτια.

Έχασα μάνα, αδελφές,
τον λατρεφτόν μου τζιύρη
τζι’ έχω έναν πόνο στην καρκιάν
π’ ενόμιζα στη ξενηθκιάν
πως θά ‘καμνα χαιριν.

Στα ξένα είμ’ απόδημος,
στην Κύπρον είμαι ξένος
τζι’ αν με θωρούσιν να γελώ
από συνήθειαν λαλώ
πως είμαι ευτυχισμένος.

Πολλοί λαλούν μου ρε Γιάννη,
εν φταίσιμον δικόν σου
γιατ’ έσιεις πόνον στην καρκιάν
αφ’ εν σ’ αρέσκει η ξενηθκιά
πήαιννε στο χωρκόν σου.

Πόσον στ’ αλήθκεια θάθελα,
φίλοι να πάω πίσω
μα τα δικά μου τα παιθκιά
εν λαχτούν που την ξενηθκιάν
τζιαι η γεναίκα μου εν θέλει
ποδάττε να τους ψήσω.

Την ώρα που αντίκρυσες
την ξενηθκιάν τιμάζεις
πολλ’ αλμυρόν το δάκρυν σου
αμέτρητον το κάχριν σου
σπάζεις οξά εν ησπάζεις;

Τζι’ αν ππέσω μεσ’ την ξενηθκιάν
στα δίχτυα του Χάρου
με ούλλους εξηγήθηκα
στον τόπον που εγεννήθηκα
το σώμαν μου να πάρουν.

Για όσους ζητούσιν το γιατί
θα τους το εξηγήσω
νιώθω στα στήθκια μου φωθκιάν
έφαν τα νειάτα μου η ξενηθκιά
μα το κορμίν μου εν πρόκειται
για να της το χαρίσω.

Μήνυμαν πέμπω στο χωρκό
πριν σταματήσει ο νους μου
εχτίμησην θα τους κρατώ
τζιαι μιαν χάρην θα ζητώ
από τους χωρκανούς μου.

Φκάρτε έναν μνήμαν χωρκανοί
δίπλα που τους γονιούς μου
για μέναν θάναι βολικά
να με σιεπάσει τελικά
το χώμα του χωρκού μου.

Λονδίνο
18.8.1998