Με πονεμένην τη φωνή ένας συνάνθρωπος μας
που δεν έσιει σημασία αν εν ξένος ή δικός μας
πέμπει έκκληση στον κόσμον, τζιαι καθόλου δεν ξαρκά
με απόγνωση γυρέφκει, νακκουρίν παρηορκάν.

Στον Θεόν πέμπει μαντάτα, πέρκιμον κάποιος βρεθεί
στουν’ την δύσκολην του ώρα, να του συμπαρασταθεί.
Έναν λόον καλοσυνάτον, μιαν κουβένταν πον’ σωστή
έναν πλάσμα που τον πόνο να μπορεί να μοιραστεί.

Τζιείν’ το πλάσμαν που στερείται τ’ αγαθά τούτης της φύσης
το απαιτά η νοημοσύνη, πρέπει να το βοηθήσεις.
Δωσ’ του το χαμόγελο σου, την απλή σου συντροφκιάν
να του ξαλαφρώσεις νάκκον, το μυαλόν τζιαι την καρκιάν.

Τα καντζιέλια του μυαλού σου άννοιξε συνάνθρωπε μου
τι το αύριον θα φέρει, αν ημπόρεις έλα πε μου.
Τη γλώσσα της φιλανθρωπ ίας, κάτσε νακκουρίν τζιαι κρώστου
γιατί αύριον μπορεί νάσαι εις τη θέσην του αρρώστου.

Λονδίνο 26.10.2001