Βρε τοκογλύφε π’ έκαμες λίρες με το τσουβάλιν
μιτά σου εν τζιαι παίρνεις τες εις τη ζωήν την άλλην.
Ποπέ σου δεν σεβάστηκες με ξένους με δικούς
πόσους εν που ξεσπίτωσες, τζι’ άφηκες νηστικούς;

Πόσους έπεψες φυλακήν, τζιαι ποσ’ αυτοχτονήσαν
γιατί εγελαστήκασιν λίρες τζιαι σου ζητήσαν;
Πόσα μωρά εκλάψασιν με συντροφκιάν την πείναν
τζι’ εσού έσσω σου εστοίβαζες λίρες με την κοφίναν;

Άμμα γεράσεις τζι’ εν μπορείς άλλα πιον να σωρέψεις
ούλλον βουράς στες εκκλησιές, τζιαι βασανιούν σε οι σκέψεις
κάμνεις γιορτές, μνημόσυνα, τζι’ άλλες υποχρεώσεις
τζιαι προσπαθείς με τον ππαράν τα κρίματα να χώσεις.

Έσιεις θρησκείαν τον ππαράν, τζιαι προσκυνάς τη λίρα
τζιαι στραγγαλιείς τον άδρωπον π’ αδίκησεν η μοίρα
με το να θκιας στες εκκλησιές που τζιείνα που σωρόφκεις
ούτε άδρωπος γίνεσαι, ούτε κρίματα κόφκεις.

Λονδίνο 27.8.1999