Σ’ έναν χωρκούιν κάποτες εζιούσαν δκυο γειτόνοι
ο ένας με μάλια τζιαι ππαράν
τζι’ ο άλλος δεν ξέρει η χαρά
μεσ’ στη ζωήν ήνταν’ πόνι.

Ο πλούσιος είσιεν κάμποσα να φα τζιαι να πετάξει
είσιεν στολίδκια τζιαι γρουσά
εφόρεν τζιαι πουκάμισα
πάντα από μετάξιν.

Άρκοντας εγεννήθηκεν έτσ’ έτυχεν να τύσιει
με τον φτωχόν άμα βρέθετουν
ούτε που καταδέχετουν
πηλέ να του συντήσιει.

Μα ο φτωχός καλόκαρτος έρεσσεν τζι’ εσιαιρέταν
ούτε εδίκλαν τάπισον
πως ο άρκοντας με το μισόν
πάντα τον επελλέταν.

Ο πλούσιος σούβλες τζιαι οφτά μεσ’ την γρουσήν φουλιάν του
τζιαι ο φτωχός σκέπον ζουμίν
με το κριθθάρενον ψουμίν
τον κρόμμυον, την ελιάν του.

Μα τ’ εβδομήντα-τέσσερα μεσ’ τζιείνον τον κλεισμόν
τζι’ οι δκυό ξεσπιτωθήκασιν
τζιαι πρόσφυγες βρεθήκασιν
μεσ’ σε συνοικισμόν.

Ηνταν’ που θέλω να σας πω με τουν ‘ την ιστορίαν
κάποτ’ έρκεται η στιγμή
τα πλούτη τζι’ οι εγωϊσμοί
εν έχουσιν αξίαν.

Τι αξίζουν οι εγωϊσμοί, οι φαντασίες, τα κούτζια
αφού τζιαι πλούσιοι τζιαι φτωσιοί
θα καταντήσουν μεσ’ στη γη
φαΊν για τα σκουλούτζια.

Λονδίνο 1.12.1997