Βρε κοινωνία άχαρη ασσιημοθκιαρτισμένη
γιατί να έσιεις τους φτωχούς
πουκάσ’ της φτώσειας τους τροχούς
ναν’ πάντα τσιλλημένοι;

Τα πλάσματα χωρίζεις τα σε δύο παρατάξεις
του νου η τύχη βάλλ’ αντρόσια
βουττημένος μεσ’ στη φτώσειαν
τζι’ άλλος να έσιει κάμποσα, να φα τζιαι να πετάξει.

Αλλοι σε πλουσιόσπιτα, τζι’
άλλοι μεσ’ σε τσιατίρκα
φτωχ’ άθρωποιγλήορα γερνούν
γιατί για λλόου τους δεν περνούν
τα μέσα τζιαι χαπίρκα.

Αν εγεννήθηκες φτωχός που
φτώσειες θα υποφέρεις
τζι’ αν η ανάγκη τ’ απαιτεί
για να πετύχεις κάτι-τι
πρέπει κάποιον να ξέρεις.

Χαϊριν δεν θωρο ύμεντε, όσον τζιαιρόν ηζιούμεντε
στης φτώσειας τα λιοπύρκα οι αδικίες θα κυβερνούν
όσον τζιαιρόν εννά περνούν
τούν’ τ’ άτιμα χαπίρκα

Forest Gate, 28.7.1986