Σηκώνω πασ’ τη ράσιη μου πενήντα δύο γρόνους
σαράντα εις την ξενηθκιάν
τζι’ εγνώρισεν τουτ’ η καρκιά
χαρές, πίκρες τζιαι πόνους.

Μα οι πόνοι που ραΊζουσιν
φίλοι μου την καρκιάν σου
που έρκεται σαν τη μασιερκάν
είναι οι πόνοι που σου δκιά
η οικογένεια σου.

Κάμνεις το παν για λλόου της μα δεν το εχτιμούσιν
πατούν παδκιές του σατανά
θαρκούνται πως με τα βουνά
ούλλοι τους εννά ζιούσιν.

Τζι’ η πονεμένη σου καρκιά κάμνει παρατηρήσεις
λαλεί σου ας παν’ εις το καλόν
τζιαι διατάζει το μυαλόν
για να τους παραιτήσεις