Βρε άθρωπε, που καταντάς; για τον ππαράν τζιαι μόνο
εσούνι τρως, καλοπερνάς
μα εν τζιαι θωρείς ότι τζιερνάς
τους συναθρώπους πόνο.

Μέρα τζιαι νύχταν μάσιεσαι, συνάεις τζιαι στοιβάζεις
πιάννεις κατάραν, αντί ευτζιήν
γιατί φτωχούς μεσ’ το χαρτζιήν
για τους ππαράες βράζεις.

Εσκέφτης στη συνείδηση κάποτε ν’ αρωτήσεις;
Τί αξίζουσιν τα μάλια σου;
τζιαι ούλλα τα ριάλια σου
άμμαν ενν ν’ αρρωστήσεις;

Ξέρεις πως εν προσωρινή, φίλε η ζωή μας τούτη;
Τονίζω το άλλη μιαν φοράν
ο Χάρος ενν παρατηρά
με δυστυχίες, με πλούτη.

Άλλαξε νάκκον ταχτικήν, τζιαι κάμε καηρέπιν
γιατί εν αλήθκεια ευτυχώς
πιάννεις τζι’ εσού σαν ο φτωχός
στον θάνατον νεπέπιν.

Λονδίνο 11.1.2002