Αν στης ζωής σου τα μονοπάθκια, έρτουν σου φίλε αναποθκιές
τζι’ αναρωθκιέσαι εάν αξίζει
τουν’ τη ζωή σου για να τη ζήσεις
εν ‘ναύρεις φίλε βοήθειαν μόνον
μεσ’ στου φτωχόκοσμου τες καρκιές.

Χάννεις την ώρα σου του αρκόντου κάποιαν βοήθειαν να ζητήσεις.
Τζιείνος που τάσιει σφιχτά κρατεί τα
μάλλον πασκίζει τζι’ άλλα να κάμει
τζι’ αν ππέφτουν πάνω σου της γης τα βάρη
θέλει ναν’ κύριος τζιαι με το νάμιν
θαρκέται αποθανώντας του μητά του εννά τα πάρει.

Έσιει τζι’ αρκόντους που βοηθούσιν πάνω σε τούτην την οικουμένη
που εν πλάσματα του χαϊρκού
μα πασ’ τα δάχτυλα του σιερκού
όμως εν μετρημένοι.

Εν τζιείνοι που έζησαν κάποτες μεσ’ την φτώσειαν
τζι’ αν μεσ’ τα πλούτη ζιουν τωρά
αγωνιστήκασιν σκληρά
να κάμουν πέντε γρόσια.

Άδρωπος πον’ εμπάρκαρεν στης φτώσειας το καράβιν
να νιώσει δυστυχίας τροχόν
εν το πιστεύκω τον φτωχόν
πως θα τον καταλάβει.

Sidney – Australia 10.4.2000