Δέτε πού καταντήσαμε το δκυο σιηλιάδες δύο
συγγένεια τζιαι σεβασμός έπιασαν κατηφόραν.
Που το μαράζιν, τον καμόν, τα δάκρυα μου πνύω
γιατί αρφός δεν σπαταλά για τον αρφόν του ώραν.

Το γαίμαν έγινεν νερόν, το σέβας φαραντζιήστην
τζιαι το μαράζιν βόλησεν μεσ’ τα δικά μας στήθκεια.
Αγάπη τζιαι εχτίμηση σήμμερα εξωμακρύστην
τζι’ όπως έναν παλιόρουχον σύρνουν το στα σκουπίδια.

Πάει ο τζιαιρός που ο σεβασμός είταν προιτζιόν τ’ αδρώπου
που ο αρφός για τον αρφόν έθκιαν τζιαι τη ψυσιήν του.
Σήμμερα μόνον φίλοι σου, σέβος εν να σου δώκουν
η κοινωνία άλλαξεν δεν είναι πιόν, σαν ήτουν.

Πείσμαν τζιαι παρεξηγήσεις, στην καρκιάν μας εβολίσαν
σαν μια αγιάτρευτη αρρώσκεια μας θολώσαν τα μυαλά.
Τη συγγένεια για συφφέρον σήμερα την επουλήσαν
τζι’ εκατάντησεν το σέβος σαν τον κάλπικον ππαράν.

Εξηγάτε μου τζι’ εμέναν τι αξίζει η ζωή
άμμα δεν μπορείς τ’ αρφού σου, καλημέρα να του πεις.
Μασιερώννεται η καρκιά σου από ένα συγγενή
άμμα δεν έσιει στα στήθκεια μιαν σταγόναν αντροπής.

Εν καλλύπερα το πλάσμαν πασ’ τη γη ναν’ ορφανό
να μεν έσιει στην καρκιάν του, άγχος τζιαι παρεξηγήσεις.
Σαν το κάτασπρον το σιόνι να ππέσεις που τον ουρανόν
τούν’ τη σύντομην ζωή σου, ήρεμα να την ηζήσεις.

Λονδίνον 24.3.2002