Σαν τον νέον Διογένην
με φανάριν εις το σιέριν
το μυαλόν μου νεκατέφκω
γνήσιον άδρωπον γυρέφκω
ναύρω μέραν μεσομέριν.

Ρέσσουν π’ ομπρός μου
αχάπαροι με βιασύνη μιάλην
όποιον συμπέρασμαν
τζι’ αν φκάλετε
ο ένας του άλλου μάσιεται
τ’ αμμάτιν του να φκάλει.

Εγίνηκεν ανούσια
σήμερα η κοινωνία
τα πλάσματα αγρίεψαν
γιατί τους εκυρίεψαν
ππαράς τζιαι λαιμαργία.

Πολέμοι, αναταραχές, όνειρα
στους πεντ’ ανέμους
αντί να κάμνουν γιατρικά
κατασκευάζουν χημικά
τζι’ όπλα για τους πολέμους.

Εσιει θεόν που πανωθκιόν,
ακούω που λαλούσιν
μα πέτε μ’ ένν’ κοντά στον νουν
άλλοι να τρων τζιαι να βουννούν
τζιαι άλλοι να πεινούσιν;

Ο πλάστης μας τζιειπάνω τζιεί,
λαλούν ούλλα θωρεί τα
τζιαι εννά κρίνει κάποτε
τον άλφα τζιαι τον βήτα.

Ξέρω εν παντοδύναμος,
τζι’ ούλλα τα διευθύνει
μα όμως μετά τον θάνατον,
τον κάθε έναν θα κρίνει.

Λαλούν μου πως κολάζομαι
έτσι που συντηχάννω
μα εν η αλήθκεια δυστυχώς
από τες σκέψεις ο φτωχός
τα λογικά μου χάννω.

Ξέρω ο κόσμος εν πολλύς
τζι’ ο πλάστης ένας ένει
μα έλεος επίμονα ζητούν
πέρκι τζιαι ελευθερωθούν
οι καταησιεμένοι.

Αφούτις εν πανίσχυρος
τζιαι τόσον δυνατός
να πκιάσει έναν βούρτουλαν
τζιαι νάρτει βουρητός
τζιαι ν’ αρκηνέψει ττοππουζιές
σε πόθκια τζιαι σε κόξες
πρώτα που τζιείνους που
χρησιμοποιούν
τ’ όνομαν του για δόξες.

Σ’ απατεώνες βούρτουλαν
να ρίφκει όπου βρίσκει
τζιείν’ τους μεάλους τζιαι τρανούς
που ζιούσιν που τους πόλεμους
τζιαι μας λαλούν εν θρήσκοι.

Τζι’ αμμ’ εννά νώσουν οι άχρηστοι
της γης τες ποππουζιές του
βούρτουλαν άμμο νώσουσιν
να δεις πως εννά γεμώσουσιν
πιστούς οι εκκλησιές του.