Εγιώνι ανειώθηκα στης φτώσειας το σοκκάτζιην κιοφτέδες
με το πόληπιν τζιαι πίπες πασ’ το σάτζιην μίλλαν του
σιοίρου στο ψουμίν, τζιαι ζάχαριν πουπάνω χακκίν
κοντοπαττάλονον με τες κομμάτες πάνω.

Εβούρουν αλυπόλητος, με τ’ άλλα κοπελλούθκια
τζιαι μεσ’ τ’ αλώνια επαίζαμεν, μάππαν με λαστιχούθκια
νύχτες γυρόν που τη φουκούν, εκάμναμεν καπύρες
τζι’ ήσουν άρκοντας του χωρκού αν είσιες πέντε λf.ρες.

Τοτ’ ήτουν οι κουβέντες μας, ίσιες, απλές τζιαι σκέπες μα
ήτουν το ψουμίν γλυτζιήν
διμπάκκιρον την Τζιερκατζιήν
την μιάννα άψεις έναν τζιερίν, την άλλην για κουφέπες.

Μα οι νέοι τζιείν’ της εποχής, εξέραν ν’ εχτιμούσιν τωρά
δκιάς εικοσάλιρον, τζιαι σε ζαοθωρούσιν.
Τωρά οι νέοι μοιάζουσιν, σαν τα πεζούνια τ’ άρκα τζιαι
δεν φορούσιν τίποτε, αμμ’ εν είναι που μάρκαν

Τωρά ο κόσμος άλλαξεν, με την μοντερνωσύνη εχάθην
η εχτίμηση τζιαι η εμπιστοσύνη.

Γνήσιαν αγάπην δύσκολα, ενναύρεις μεσ’ στα στήθκεια ζιεί
στουν’ την νέαν εποχή, μόνο στα παραμύθκια

Λονδίνο 29.1.2001