Σε σένα που όπου πατάς το χώμαν προσκυνώ το
τζι’ έχω σε μέσα στην καρκιάν, τζιαι μεσ’ τα λογικά μου
όπου δκιαλλάξω πασ’ τη γην, τ’ όνομα σου κρατώ το
με θαυμασμόν πάντα μιλώ, για σένα στα παιδκιά μου.

Εσού ήσουν η αφορμή, πασ’ τουν’ τη γην για νάρτω
εσού μου παραστάθηκες, στα πρώτα βήματα μου
να ξεχωρίζω μ’ έμαθες το δίτζιον που το σκάρτον
εν νάσαι ο φάρος της ζωής ως τα γεράματα μου.

Ο τζιύρης μου πάντα λαλώ, τζι’ αννοίει η καρκιά μου
όπως το τριαντάφυλλον, που πορουβά τον Μάην
το όνομαν σου με σεβασμόν χαρίζω στα παιθκιά μου
είσαι το αλατοπίπερον τζιαι της ζωής το λάιν.

Σε σέναν που εδούλεψες, για τη δική μου ζήσην
κάθε φουρτούνα της ζωής έστεκες στο πλευρόν μου
τζι’ αν κάποιον για τον τζιύρην του ακούσω να συντήσιει
λαλώ, εν έσιει καλλύπερον τζιύρην που τον δικόν μου.

(Το ποίημα αυτό το έγpοψο στο εβδομηντόχpονο γενέθλιο του ποτέpο μου λαϊκού ποιητή Θεωpή Γρίβα στες 12.10.1982)