Για την μάναν εγραφτήκαν, τζι’ ακόμα γράφουνται τραούθκια
γιατί πάντα έσιει αγάπην τζιαι αμέτρητον χατίριν
ασταμάτητα ζητούν την πάντοτε τα κοπελλούθκια
τζιαι σαν να ξηάννουν νάκκον τον βασανισμένον τζιύρην.

Τζιείνος που βασανίζεται, έσσω ψουμίν να φέρει
τζιαι τίποτες να μεν λείψει που το δικόν του σπίτιν
δουλεύκει ασταμάτητα σιειμώναν καλοτζιαίριν
τζιείνος την οικογένεια πάντα μαζί κρατεί την.

Ο τζιύρης εν σαν τον βοσκόν που γλέπει το κουπάιν
ώσπου τον νώθουν τζιαχαμαί οι λύκοι εν κοντεύκουν
τζι’ αν λείψει τζιείνος, χάννεται, το σέβος φεύκει, πάει
δίχως τον τζιύρην εύκολα οι νέοι ξιστρατέφκουν.

Εν του τζιυρού σου τ’ όνομαν που όπου τ ζι’ αν πας κρατείς το
τζιαι εις τες δύσκολες στιγμές, βουράς πάντα κοντά του
τ’ αναγιωμάτου τον καμόν, εν τζιαι πολλοθωρείς τον
για των παιθκιών του την χαράν, διά τζιαι την καρκιάν του.

Πόσα φαρμάτζια άραγες τζιείνο το πλάσμαν πίννει
ώσπου να κάμει έναν παιδίν τζιαι να το ανειώσει
τζι’ αν έρτουν δύσκολες στιγμές, μόνον του εν τ’ αφήννει
βοήθειαν τζιαι παραντζιελιάν, πάντα βουρά να δώσει.

Μα η αλήθκεια εν πικρή, παιθκιά τζι’ εσού αμμέν κάμεις
να τα θωρείς ν’ ανειώνουνται, μέραν με την ημέραν
να χαρείς, μα τζιαι να κλάψεις, τότε εν θα καταλάβεις
την αξίαν του πατέρα.

Ποπέ σου μεν τζιαι γελαστείς, να τον κακοκαρτίσεις
αν θέλεις να σε σέβουνται πας τουν’ την οικουμένην
τζι’ αν τον πικράνεις, γονατιστός συγνώμην να ζητήσεις
γιατί ο τζιύρης σου στον κόσμον να το ξέρεις ένας ένει.

Κλήρου
18.10.1984