Το πλάσμαν που χουμίζεται για τες δικές του πράξεις
τρέσιει τη δόξαν ταπισόν
σαν το παλιοπουκάμισον
πρέπει να τον πετάξεις.

Την φτείραν κάμνει την ατόν, το φκιόρον τζιυπαρίσσιν
του καθανού ανηελά
γιαλλόου του άμμο μιλά
ποπέ του ένν τζιαι βρίσσει.

Κανένας δεν κατάλαβε ο νους του πως δουλέφκει
για ούλλα είναι ικανός
ο νους του μοιάζει ουρανός
που πούποτ’ εν τελέφκει

Θαρκέται πως ενν έξυπνος, τζι’ ούλλα πως του περνούσιν
οι σκέψεις του παντού πετούν
τζιαι δεν ακούει πίσω του
το ήνταν’ που λαλούσιν.
Λαλεί λόγια ανάλατα, κάμνουσε να πελλάνεις
οι φίλοι τον ποφέφκουσιν
άμμο τον δούσιν φέφκουσιν
λαλούν ενν λαφαζάνης.

Παρά να σ’ ονομάζουσιν άμυαλον λαφαζάνη
τ’ όνομαν σου νάσιει φθορά
εφτά φορές καλύπερα
να βράζεις σε καζάνι

Λονδίνο 11.1.2002