Μεσ’ του πόνου το κρεβάτι
τζιαι τη σκέψη συντροφκιάν
με μιαν ιδέα πον’ του φεύκει
ένας άρρωστος γυρεύκει
με τζιερίν την αδρωπιάν.

Θωρεί τον κόσμον του τριγύρω
τζιαι καπάλιν δισπυρκά
έσιει κάμποσους που υποφέρουν
μα καρτερά να του προσφέρουν
μιαν μπουτσιάν παρηορκάν.

Σκέφτεται, αναρωθκιέται,
ως πόσον ενν πον’ ν’ αντέξει;
Το μυαλόν του βασανίζει
πέτε μου πόσον αξίζει
της παρηορκάς η λέξη;

Της ζωής τη δυστυχίαν,
στους καμούς, στη συφοράν
όταν κάποιος το προσέξει
μια καλοσυνάτη λέξη
κάμνει μιάλην διαφοράν.

Λονδίνο 25.10.2001