Με τα μάθκια του μυαλού μου έδωκα γυρόν του κόσμου
τζιαι προβλήματα σιηλιάδες επλασrήκασιν ομπρός μου.
Είδα κόσμον να υποφέρει, είδα κόσμον να πειν
είδα πλούσιους που τους αρκάτες είχαν τους σαν χτηνά.

Είδα αθρώπους π’ ετζιοιμούνταν που τη φτώσειαν μεσ’ τη λάσπην είδα τζι’ άλλους π’ επετάσσαν ρούχα τζιαι φαγιά στο τάσπιν.
Είδα αθρώπους να φορτώννουν με ππαράν τον χρυσοχόν
ζιουν με του ππαρά τη χάριν
χάνουν σιηλιάδες στο κουμάριν
μα εν λαλούν ποπέ να δώκουν μιαν μπακκίραν σε φτωχόν.

Είδα γιατρόν να θησαυρίζει με τον πόνον του αρώστου
ναν’ η πούγκα του γεμάτη
τζιαι τον όρκον του Ιπποκράτη
δεν θέλει να δει ομπρός του.

Είδα τόσα με τη σκέψην πον’ μπορώ να περιγράψω
που το κάχριν μου, πιστεύκεις έθελα πολλά να κλάψω.
Είδα πλάσματα που θάψαν τον γονιόν τους τζι’ επιαστήκαν
ήρτασιν με μαύρον χάλιν
για την μοιρασιάν στο μάλιν
αδέρκια αλληλοδερτήκαν…

Είδα τζιαι αναρωθκιούμαι, αν τα πλάσματα επελλάναν
τζιύρης να βιάζει κόρην, τζιαι ο γυιός νάσιει τη μάναν.
Είδα πράματα κοπέλια, που έφριξα καθεαυτόν
που μ’ αλλάξαν τα μυαλά μου τζιαι με κάμαν να σκευτώ.

Πως εν καλλύπερα το πλάσμαν ναν’ κουφός μα τζιαι πελλός
να του φαίνεται ο κόσμος όμορφος μα τζιαι καλός
γιατί αν γελαστεί το πλάσμαν τη ζωή να μελετήσει
ένας λογικός αμέσως εννά πα ν’ αυτοχτονήσει.

Λονδίνο 21.9.198