Μάνα για σέναν γράφτηκαν τόσα πολλά τραούθκια
είσαι η λάμψη του σπιθκιού
η συντροφκιά κάθε παιθκιού σε
πόλεις τζιαι χωρκούθκια.

Ποιος εν που πίννει τους καμούς,
δάκρυα τζι’ αναστεναγμούς
σαν κάποιος αρωστήσει; Ποιος
εις το προσκεφάλιν του θα
κλαίει για το χάλιν του ποιος εν
που ‘ννα πονήσει;

Ποιος εν που κλαίει τζιαι πονά
το κλάμαν του ενν π’αδονά σαν
θλιβερή καμπάνα;
Ποιον εν πον’ τζιείν’ το πρόσωπον;
Ποιος άλλος που τη μάνα;

Μάνα για σένα γράψασιν σοφοί γραμματισμένοι
είσαι η λάμψη του σπιθκιού
τζιαι στην καρκιά κάθε σπιθκιού
είσαι ζωγραφισμένη.

Είσαι το πλοίο της ζωής τον κόσμον πάντα φέρνεις
ποπέ σου ενν λαλείς κανεί
άσχετον αν για πκιερωμήν
πόνους τζιαι πίκρες παίρνεις.

Τον κάθε πόνον που τραβά παιδίν για ν’ ανειώσει
τζι’ ούλλες τες πίκρες που τραβά να πει να τους πιντώσει δάκρυα
πίκρας τζιαι χαράς π’ έτυχεν να σιονώσει
λάκκον των εκατόν ποδκιών αμέσως θα γεμώσει.

Μάνα είσαι βασιλιτζιά, μας κάμνεις τη ζωή γλυτζιάν τζι’ η
όψη σου μεσ’ την καρκιάν
τζι’ αγάπη σου για τα παιθκιά
πάντα μουσκομυρίζει
αν πεις τζιαι λείψεις μας εσού
ούλλη η λάμψη του χρυσού
μπακκίραν δεν θ’ αξίζει.

Κάθε κοπέλλας τ’ όνειρον, μέραν με την ημέραν τζιείν’
τη στιγμή θα καρτερά
να παντρευτείνά’σιει μωρά
να της λαλούν Μητέρα.

6.2.1982