Της ζωής μου τους σιειμώνες πασ’ στην ράσιην κουβαλώ
τζι’ άμμο μ’ αρωτούν “πως είσαι”, δόξασι ο Θεός λαλώ.
Εσυνήθησεν η γλώσσα τον θεόν να εφκαριστά
αφού τζιείνος τη ζωή μας μεσ’ τα σιέρκα του βαστά.

Τζιείνος πέμπει το κκισμέττιν, πασ’ τη γη κάθε πλασμάτου
ώσπου να την προσκαλέσει την ψυσιήν να πα κοντά του.
Που τζιειπάνω τζιεί που είναι την ζωήν μας διευθύνει
αφού ούλλα τα ορίζει
τζιείνος εν π’ αποφασίζει τζιαι ποιός πλούσιος θα φτωσιήνει.

Μα σαν οπαδός του που είμαι θα ζητήσω έναν συγνώμη
με συμπάθκιον να εκφράσω νάκκον τη δική μου γνώμην.
Κατά που θωρώ εβαρέθην νακκουρίν τουν’ τη δουλιάν
στο μοιράσιν, τους αρκόντους σάζει μόνον τη φουλιάν.

Τζιείνος πάντα εν που γυρίζει της ζωής μας τους τροχούς
τσας τζ’ εν κόλασι η ζήση, πασ’ στη γη για τους φτωχούς.
Οι Ατζιέντηδες που έσιει πέμπουν ψεύτικα μαντάτα
παίρνουσιν δωροδοκίες, κάμνουν σιήλιες αδικίες
ο πλούσιος πάντα τρώει ρόστον τζι’ ο φτωχός βραστήν πατάτα.

Έσιει που τα λεφτά κρατούν,
μέσα στη στράταν παρπατούν με υπουλίας μάσκαν
με πονηρήν παρπατησιάν
μπαίννουσιν μεσ’ στην εκκλησιάν για δείγμαν κάθε Πάσκαν.

Βάλλουν σταυρόν, άφτουν τζιερίν, εικόναν προσκυνούσιν
τζι’ αντίς το ευαγγέλιον νάκκον ν’ ακροαστούσιν
τον φίλον τζιαι τον γείτοναν ούλλον κατηγορούσιν.

Κάποτε έπεψες τον Γυιον σου, τζι’ ήρτεν πάνω στουν’ την γην
εδούλεψεν σκληρά με τρόπον
τζι’ έκαμεν κατά κάποιον τρόπον
για τους φτωχούς μιαν αλλαγήν.

Μα επήασιν χαμένα τζιείν’ τα βούριστρα τζι’ οι κόποι
πτου ξανά π’ αρκής αρτσιέψαν λοξοδρόμησμαν οι αθρώποι.

Τούτην τη φορά Θεέ μου εν σειρά σου εσέναν νάρτεις
γιον να βάλεις κάποιαν τάξην στουν’ την κοινωνίαν την σκάρτην.

Σήκου νάκκον που τον θρόνον κατέβα που τζιειπάνω τζιεί
τ’ όνομαν σου να δοξάσουν
πέρκει τζι’ οι φτωσιοί χορτάσουν
νακκουρίν ψουμίν γλυτζιήν.

Λονδίνο 25-4-1980
66