Στην Κλήρου που πρωτ’ άμπλεψα το φως των αμμαθκιών μου
στη γην που πρωτοπάrησαν οι φτέρνες των ποδκιών μου
εν ριζωμένη για καλά βαθκιά μεσ’ την καρκιάν μου
θάχω τες αναμνήσεις της για πάντα συντροφκιάν μου.

Τζιει που πρωτ’ ήπια το νερόντζι’ έφαα το πρώτον σύκον
τα κόκκαλο μου έχω σκοπόν κάποτε τζιει ν’ αφήκω.
Τζι’ η φτώσεια αν μ’ ανάγκασεν για να σ’ εγκαταλείψω
όπου τζι’ αν κάτσω, ή σταθώ
πως σ’ αγαπώ θα προσπαθώ
για να το αποδείξω.

Μήνυμαν πέμπω στο χωρκόν, τους χωρκανούς να ξέρουν
πως τζιαι νεκρόν εζήτησα στην Κλήρου να με φέρουν.
Γιαrί στα ξένα έζησα την πιο πολλήν ζωήν μου
τζιαι δεν θέλω τη ξενηθκιάν να φάει το κορμίν μου.

Μεσ’ τζιείνον το ακάμωτον χωράφιν που πεζεύφκουν
τα πλάσματα που τη ζωήν άμμαν ηξιμπερτέφκουν
τζι’ εν έχουν πιον για να σκεφτούν με βάσανα με κόπον
μήνυμαν πέμπω με φωνήν
φυλάξετε μου χωρκανοί
τζι’ εμέν δκυο ασιέλια τόπον.

Γιοτ’ όρκον μιάλον έκαμα τζιαι δεν τον παίρνω πίσω
πλούσιος είμαι ή φτωχός
τζιει που πρωτ’ άμπλεψα το φως
τζιαμαί να ξεψυσιήσω.

Λονδίνο
26.8.1998