Με τούτην την μοντερνωσύνην
που εφέραν οι τζιαιροί
ουλλ’ αλλάξαν άρον – άρον
τζιαι επήαν κατά βαρβάρων
οι σκοποί οι ιεροί.

Στον τζιαιρόν μου η γεναίκα
κοτσιήνιζεν που αντροπήν
τίμια τζιαι νοικοτζιυρά
τζι’ εφρόνταν πάντα τα μωρά
να έχουν προκοπήν.

Τον άντρον της εσέβετουν,
σπίτιν τζιαι τους γονιούς της
στη νέαν τη σημερινήν
εδώκασιν πολλήν σιοινίν
τζι’ εν άλλωσπως ο νους της.

Τώρα ό,τι κάμει ο άδρωπος
θέλει να τον μιμείται
έτσι την εδιδάξασιν
τωρ’ οι τζιαιροί αλλάξασιν
μπορείτε να μου πείτε.

Λαλούν μου, έχουμεν
ίσια δικαιώματα
τζιαι μεν μου κάμνεις κούτζιην
οι νέοι οι σημερινοί
θαρκούμαι εκόψαν το σιοινίν
τζι’ εσπάσαν το παλλούτζιην.

Εγιώ εννά πω τον λόον μου
τζι’ έμπα να με δικάσουν
με τούτον τον μοντερνισμόν
ζιείς με άγχος τζιαι συλλοϊσμόν
χάννεις τα λογικά σου.

Θέλω τες μέρες τες παλιές,
δίχως καμούς τζιαι άγχος
για μέναν ο παλιός τζιαιρός
ο γάμος ήτουν ιερός
τζιαι η τιμή εφέντζιαζεν
που δέκα μίλια μάκρος.

Λονδίνο
30.3.2000