Ο Μιχάλης τζι’ ο Αντώνης, είτουν καλοί παρέες
στην ίδιαν φτωχογειτονιάν τζι’ οι δκυο ανειωθήκαν
η φτώσεια τούς επροίτζιησεν με ίδιες ιδέες
τζιαι είχασιν την αδρωπιάν μεσ’ την καρκιάν για προίκα.

Εζιούσασιν αχώριστοι, περίτου που τ’ αδέρκια
το μόνον που τους χώριζεν λαλούν εν το σεντόνι
ξέραν τζιαι δκιαμοιράζασιν, τζιαι τες χαρές τζιαι ταίρκα
αν εκράτεν ο Μιχάλης, έδκιαν τζιαι στον Αντώνη.

Μα τζι’ ο Αντώνης του Μιχάλη, χαττήριν εν του χάλαν
αν είσιεν δκυο πουκάμισα, έδειαν του το έναν
μέσα στην φτώσειαν έπλαθαν τζι’ οι δκυο όνειρα μιάλα
εν εξέραν το ριζικόν πως άλλ’ είσιεν γραμμένα.

Ο Μιχαήλης κέρτησεν πολλήν ππαράν στο Λόττο
τζι’ ούτε που το συνάφερεν καθόλου στον Αντώνη
τζιείν’ της φιλίας άξιππα έβαλεν της πουρλόττον
έφυεν τζιαι που την γειτονιάν, τζι’ εν είτουν πιον γειτόνοι.

Κάποιος είπεν στον Αντώνη, ο φίλος σ’ εν αξίζει
έφυεν τζιαι σε άηκεν με δκυο καμένα σιείλη
τωρά που έπιαεν ππαράν, κάποιος ένει νομίζει
εκλώτσησεν την αδρωπιάν, έτσι κάμνουν οι φίλοι;

Λαλεί του εβιάστηκες συμπέρασμαν να φκάλεις
εν τζιείνον που βοήθησεν η τύχη να κερτίσει
φαντάζουμαι τον λόγον του θα έσιει ο Μιχάλης
τζιαι ξέρω το, κάποιαν στιγμήν θάρτει να μου συντήσιει.

Μα η μοίρα παίζει άσσιημα παιγνίθκια στους αδρώπους
τόναν λεπτόν ψηλώννει τους, τ’ άλλον τους ρίφκει κάτω
δουλέφκει ασταμάτητα, τζιαι με μυστήριους τρόπους
απένταρον πλουτίζει τον, πλούσιον βουπά στον πάτον.

Έτσι τζιαι με τον Μιχαλιόν εφόρτωσεν τον λίρα
τζι’ έκαμεν τον τζιαι ξήασεν τζιαι φίλους τζιαι γνωστούς του
μα κάτι εξυπνόπεροι οτ’ είσιεν του τα πήραν
αήκαν τον απένταρον, τζι’ ετάραξεν ο νους του.

Τζιαι μιαν ημέραν ο Αντώνης, που πήεν εις την χώραν
είδεν έναν που φώναζεν, τζι’ εμίλαν μονηχός του
τζι’ άξιππα του εχτύπησεν, ένας με την μοτόραν
εβούρησεν τζι’ είντα να δει; ο φίλος ο καλός του.

Εννάταν θέλημαν Θεού, κακό για να μεν πάθει
πέφτει στ’ αγκάλια του Αντώνη τζι’ αρτζιήνεψεν να κλαίει.
Λαλεί του φίλε πας την γην πιερώννουνται τα λάθη
με τούτα καταστρέφουνται, τζιαι χάννουνται οι νέοι.

Μεν μαραζώνεις φίλε μου, λαλεί του ο Αντώνης
φτάννει εσού νάσαι καλά τζιαι νάσιεις την υγείαν.
Άδικα την καρτούλλαν σου σταμάτα να πληγώνεις
γιατί ο πλούτος τουν’ της γης μάθε εν η φιλία.

Λονδίνο 12.12.2000