Τζιείνος που είπεν η παλλάρα
πως εν πάνω στα βουνά
εν θα ξέρει το μεράκκιν
για κουμάριν τζιαι κουνιάκκιν
του παρέα μου του Μηνά.Τα σιηλλούθκια τζι’ αππαρούθκια

τον κουντούν προς τον χαμόν
καμιάν κούρσαν άμμο χάσει
δεν μπορεί να ησυχάσει
ούτε βρίσκει νεπαμόν.

Οι γονιοί του ανησυχούσαν
γιατί ούλλοι τους λαλούσαν
ότι εν θα σωρεφτεί,
είπαν έχουν το υπόψιν
τζιαι τες πελλάρες του θα κόψει
κάποτ’ άμμο παντρεφτεί.

Ήβραν του μιαν κοπελλούαν
πολλά πλούσιαν που τη Δένιαν
τζι’ έναν Σάββατον με βρόσια
έπκιαν τον Μηνάν τζι’ ισιώσαν
στην κορούν για τα προξένια.

Αμμ’ εκάτσαν καμιάν ώραν
είπιαν τζιαι δκυο-τρία ποτά
ο Μηνάς δεν βρίσκει αμάνταν
τον προξενητήν στην πάνταν
τον τραβά τζιαι τον ρωτά:

Είνταν’ που καθυστερούσιν
γιοτ’ εν κάμνουν καηρέπιν,
ρώτα αν θα μου τη δώσουν
πριν τα πέττιν σιοπς βαώσουν
να κάμω τζιαι κανέναν πέττιν.

Αμμ’ άκουσεν η κοπελλούα που
κρυφ’ άκουεν αππέξω
έριψεν του τζιυρού ροτσιές
τζιαι λλίον έλειψεν με τες κλωτσιές
να τον πετάξουν έξω.

Τούν’ τες τελευταίες ημέρες
έπκιαν τον μελαγχολία
κακοκαιρία τζιαι βροσιή
τζιαι κούρσες καθόλου εν έσιει
σε ούλλην την Αγγλίαν.

Κάθετε μεσ’ στον καφενέν
τζι’ αρωτά τους αν κρατούν
τζιαι με μιαν κουβένταν σκέπην
αρωτά ποιος βάλλει πέττιν
πας στις μούγιες που πετούν.

Φτάννει νάσιει αππαρούθκια
τζι’ εν τον κόφτει αν πεινά
άεις την μόνον του να λάσσει
ούτε στρώννει ούτε αλλάσσει
η πελλάρα του Μηνά.

Haringey 14.11.1990