Σύναξε κόρη Ελεγκού τον νουν σου όπου τον έσιεις
κάτσε τζιαι σκέφτου νακκουρίν
έμαθες όπως το τσουρίν τες
μόδες ούλλον τρέσιεις.

Κάμνεις τρεις ώρες να σαστείς, εν λαλείς να ποταβριστείς
τζιαι νάκκον να συσταρίσεις,
κόρη μ’ αν μεν λογικευτείς
θαρτ’ η στιγμή να παντρευτείς
τζιαι δεν θα ξέρεις ούτ’ αφκόν, εσού να τηανίσεις.

Τον νουν σου τον επήρασιν μόδες τζιαι τα ρομάντζα
τες πράξεις σου όποιος θωρεί
λαλεί δκυο δράμια εν βαρεί
ο νους σου στην πιλάντζα.

Αναρωθκιούμαι κόρη μου, αν σ’ έστριψεν η βίδα
μυρωδικά στα στήθκεια σου
έφαες τζιείν’ τα φρύδκια σου
με την παλιοτσιμπίδα.

Αν μεν κρωστείς βρα Ελεγκού, τζιαι νάκκον νουν να βάλεις
τζι’ εν κόψεις τα γινάθκια σου
μιαν ώραν τζιειν’ τα μάθκια σου
μόνη σ’ εννά τα φκάλεις.

Είσαι δεκαεννιά γρονών, ποιός εν να το πιστέψει
τι μούτρα έχω να σταθώ
τζιαι σε προξενητήν να πω
πως εν ηξέρ’ η κόρη μου, φαϊν να μαειρέψει;

Σύναξε νάκκον τα μυαλά, κάτσε τζιαι σκέφτου το καλά
κάμε νάκκον ισάφιν
έννεν ούλλα όπως νομίζεις
μ’ έτσι νουν που κουλιαντηρίζεις
εννά μείνεις εις το ράφιν.

Λονδίνο 17.2.1968