Στο διπλοφάτσιημαν μιας καμπάνας
σ’ έναν φτωχόσπιτον, μιαν γειτονιάν
φκαίννει που τα στήθκεια ο στεναγμός μιας μάνας
που την ξηχάσασιν τα παιθκιά της
κάμαν της άχαρης την καρκιάν της
μαύρην πισσούριν σαν τσιμηνιά.

Τώρ’ έσιει μόνον τες αναμνήσεις
που εν’ η μόνη της συντροφκιά
ο άντρας της πέθανεν τζι’ έμπην στο χώμα
τα δκυό παιθκιά της δεν γράψαν κόμα
τι καταγίνουνται στη ξενηθκιάν.

Στον κόσμον δεν έσιει σιειρόπερον πράμαν
στα γεραθκιά σου νάσιεις το κλάμαν
για συντροφκιάν σου νύχταν-πρωίν
τζιαι να μεν έρκεται έναν που τα παιθκιά σου
μιαν καλημέραν για να σου πει.

Κλήρου
19.4.1971