Αν του απόδημου η καρκιά μπορούσεν να συντήσιει
να πει πως νοιώθει μακριά
των άμμαθκιών τα δάκρια
είσιεν να τους στραντζιήσει.

Μπορεί να γίνει άρκοντας, στην ξένην γην την μαύρη
ν’ αξιωθεί ο κόπος του
μα αθρώπους σαν στον τόπον του
ποπέ του εν τζι’ εν νάβρει.

Να τον θωρούν τζιαι να λαλούν, μάσσιαλλα του πλασμάτου
να έσιει να καλοπερνά
μα ο νους του πάντα τριγυρνά
στα πατρογονικά του.

Τζιαμέ που εγεννήθηκεν, ο νούς του εν που πεζέφκει
με τους καμούς της ξενηθκιάς
τζιαι με τα μάθκια της καρκιάς
τον τόπον του γυρέφκει.

Ποτίζει μιαν ξένη γη, με δάκρυα τζιαι δρώμαν
η τύχη του εν του κλουθά
φοάται πως εν ννα τον φά
της ξενηθκιάς το χώμαν.

Λονδίνο 10.1.2002