Ζιω μεσ’ στην μαύρην ξενηθκιάν τριανταπέντε γρόνους
είμαι καλά σ’ ούλλους λαλώ
μα πας στην ράσιην κουβαλώ
πομούσουρα τζιαι πόνους.

Στην ξενηθκιάν φιλέφκουσε μόνον από συφφέρον
κρούζ’ η καρκιά σου σαν δαδίν
τζιαι καταντά νέον παιδίν
σε πέντε γρόνια γέρον.

Φτωχόπαιδα αναγκάζουνται στα ξένα για να ζήσουν
σιονώνουν δάκρυα καφτά
λαλούν θα κάμουσιν λεφτά
τζιαι πίσω θα γυρίσουν.

Ο κάθε νέος που έρκεται στα ξένα να δουλέψει
μιλά με πατριωτισμόν
τζιαι τον επαναπατρισμόν
έσιει πάντα στη σκέψην.

Με τούτην τη ψευτο-αίσθηση δουλεύκουμεν στα ξένα
ούλλοι το συναφέρνουσιν
μα αν δεις το καταφέρνουσιν
στους πεντακόσιους ένας.

Η επιστροφή τ’ απόδημου εν φλέβα στην καρκιάν του
στα ξένα όσον τζι’ αν παιδευτεί
έσιει καθήκον να σκεφτεί
τι λεν τζιαι τα παιθκιά του.

Πίννεις φαρμάτζια αμέτρητα για χάριν των παιθκιών σου
λαλούν κοντά μας μείνετε
μα τούτον άγχος γίνεται
χώμαν για το θαφκιόν σου.

Λονδίνο 21.8.1995