Του κόσμου τα πομούσουρα
έχω τα κάθε μέρα
γιατί η τύχη μου η σκληρή
κατάντησεν με ορφανήν
που μάναν τζιαι πατέραν.

Έδωκεν μου η ζωή κλωτσιάν
σε ξένα σιέρκα που μιτσιάν
πέψαν με να δουλέφκω
χάρες τζιαι λούσα είπαν μου
δεν πρέπει να γυρέφκω.

Σκέφτουμαι τον παλιόν τζιαιρόν
τζιαι τα παιχνίδκια πού’χα
τωρά δουλειάν τζιαι μισταρκόν
βαούμενη στο μαειρκόν
δεύτερον σιέριν ρούχα.

Η δούλα με φωνάζουσιν
τζιαι την καρκιάν μου σφάζουσιν
όπως το γέρικον αρνίν
που φέρνουν που τα πέρα
δεν ξέρω τι θα πει χαρά
ούλλοι ξεψυχούσιν μιαν φοράν
μ’ εγιώνι κάθε μέρα.

Λονδίνο 3.7.1 982