Που τον τζιαιρόν που πλάθεσαι πασ’ τούτον τον πλανήτην
μπορεί η ζωή σου να κοπεί, άξιππα, σαν το νήμα
ο Χάρος μπαίννει ελεύθερος στου καθενού το σπίτι τζι’
εν ασκοπά με ομορκιές, με ηλικίαν, με χρήμα.

Μ’ έσιει αδρώπους άσκεφτους πον’ το καταλαβαίνουν
θα μείνουσιν αθάνατοι πασ’ τούν’ την γην νομίζουν
τζιαι για τη γλύκαν του ππαρά σαν τους πελλούς παθθαίνουν
μα ούλλα δαμαί μεινήσκουσιν τζι’ άλλοι τα κασιανίζουν.

Η αχορταγιά εν συγγενής με την αχαριστίαν
όσα τζι’ αν φήκεις πίσω σου, να ξέρεις εν κανούσιν άμμα
σε θάψουν τζι’ ύστερις αρκέφκ’ η φασαρία
οι συγγενείς στη μοιρασιάν θα κακοφανιστούσιν.

Μπορεί του πλούσιου τα παιθκιά να κάμουσιν τζιυούριν
τζιαι του φτωχού έναν σταυρόν με ξύλον καμωμένο
ο Χάρος λιεί τα κόκκαλα τζιαι κάμνει τα πουρκούριν τζι’
η γη γίνεται πάπλωμα ούλλων των πεθαμμένων.

Λονδίνο 3.9.1999