Το πλάσμαν το καλόγνωμον πασ’ τουν’ την κοινωνίαν
εχτός που την καλήν καρκιάν
ο Πλάστης δκια του συντροφκιάν τζιαι
την ευαισθησίαν.

Το μίσος εν μπορεί να μπει ποπέ μεσ’ την καρκιάν του
παντ’ αστειέφκει τζιαι γελά
την καλοσύνην κουβαλά
όπου τζι’ αν πα μιτά του.

Ενν πράμαν που του χάρισεν, ο πλάστης τζιαι η φύση
όπου τζι’ αν κάτσει ή σταθεί
ποπέ του εν θα αρνηθεί
κάποιον να βοηθήσει.

Κάποιοι λαλούν εν παλαβός, εν λλίον το μυαλόν του
αρώσκεια πον’ θα γιατρεφτεί
γιατ’ εν κάθεται να σκεφτεί
νάκκον τον εαυτόν του.

Το πλάσμαν το καλόγνωμον, εν τζιαι πναζ’ η κκελλέ του
ζιει πας την γην για έναν σκοπόν
μα την αλήθκειαν θα σας πώ
έσιει τζιαι το αμμέ του.

Μοιάζει μ’ έναν τραντάφυλλον, στου περβολιού την ρένταν
π’ ανθίζει τζι’ ανειώννεται
μα εύκολα πληγώνεται
μόνον με μιαν κουβένταν.

Πιάννει τον το παράπονο, βρίσκει τον το μαράζι
τζιαι μαραζώνει μονομιάς
γιατί θαρκέται ο ντουνιάς
ούλλος, ότι του μοιάζει.

Λονδίνο 2.12.2000