Πόσοι αδρώποι πράγματι κάθουνται να σκεφτούσιν
του πλάστη μας την συνταγήν
τζι’ ότι ούλλοι άδρωποι πασ’ την γην
προσωρινά εν που ζιούσιν;

Σοφοί αδρώποι εγράψαν το, τονίζουν το καπάλιν
ακόμα εν το μάθετε;
Πως ο ένας του άλλου μάσιεται
τον τάφον του να φκάλει;

Η αζούλα, ο εγωϊσμός, τζιαι η αχαριστία
ετόνισα το αλλαξανά
αρρώσκεια εν του σατανά
πον’ έσιει θεραπείαν.

Ο κόσμος ο σημερινός εγίνην άνω-κάτω
ππαράες όμμα γρειαστούν
έσιει άδρωπον, που τζιαι το βυζίν της μάνας του
κόφκει το τζιαι πουλά το.

Θωρείς τον έναν μάσιεται, να κλέψει να στοιβάσει
εν τζιαι θωρεί τα χάλια του
θαρκέται με τα μάλια του
στους ουρανούς θα φτάσει.

Ωνάσηδες τζιαι Νιάρχοι, αδρώποι με το χρήμαν
που είχαν πυγμήν των δυνατών
όμως μπροστά στο θάνατον
εκάμαν το ίδιον βήμαν.

Εν τζιαι ποφέφκεις άδρωπε του χάρου το φουτζιέκκιν
εν νά σου πιάει την πνοήν
εν τζιαι χαρίζει σου ζωήν
με να του κόψεις τσιέκκιν.

Τζι’ αν ππέφτεις μεσ’ τα πούπουλα, μ’ ολ όγρουσα μαβλούτζια
τουτ’ η ζωή εν προσωρινή
τζιαι το κορμίν μας θα γινεί
τροφή για τα σκουλούτζια.

Λονδίνο 19.1.1996