Με πατσιαρισμένη βράκαν τζιαι ποήνες δίχως σόλες
εν γραφτόν μου να δουλεύκω μέραν-νύχταν στα χωράφκια.
Τζιερκατζιήν αντί για κρέας τρώουμεν βραστές φασόλες γιατί
τους γονιούς μ’ η φτώσεια κάμνει τους πολλά γινάθκια.

Έντεκα γρονών μ’ εφκάλαν που το σκολείον, να δουλεύκω
τα γράμματα εν για τους πλούσιους, που κρατούσιν τον ππαρά με
εμάθαν οι γονιοί μου να θερίζω, να κλαδεύκω
γιατί έχουν ν’ ανειώσουν άλλα τέσσερα μωρά.

Πάνω στης φτώσειας το δεντρόν είμαι τζι’ εγιώ κλωνούδιν που
φκάλλει φρούτα αδρωπιάς
τζιαι πιάννω λόγια που καρκιάς
τζιαι κάμνω τα τραούδιν.

Σέβος έχω στους γονιούς μου, τζιαι ευτζιές πολλές μου δκιούν με
τα ρίφκια μου παρέαν
νιώθω σαν τον βασιλέαν
ταπισόν του κουπαδκιού.

Με τη μοίραν δεν τα βάλλω, ούτε τζιαι παραπονιούμαι το
πλάσμαν έσιει μιαν ψυσιήν
τζιαι οι αρκόντοι τζι’ οι φτωσιοί
στο χώμαν καταντούμεν.

Λονδίνο
23.8.1998