Ο Κωσταντής είτουν φτωχός μ’ έξι παιθκιά να ζήσει
που Σάββατον ως Σάββατον
δούλεφκεν μεροκάματον
να ντύσει, να το1σει.

Ο γείτος του ο Αναστάσης, π’ είτουν άρκοντας του τόπου
με τα ποτά του τζιαι τα οφτά
είσιεν χωράφκια τζιαι λεφτά
μάσιαλλα του αδρώπου.

Μ’ αζούλεφκεν του Κωσταντή τζι’ έκρουζεν η καρκιά του
π’ εθώρεν πως του χαηρκού θα φκαίνναν τα παιθκιά του
Άμμα τζιαι εμιαλήνασιν τα κοπελλούθκια λλίον
o Κωσταντής ερκάστηκεν, ππαράες για σκολείον.

Τον γυιον του τον μιαλλύπερον έθελεν να σπουδάσει
τζι’ αφ’ εν εκράεν, για δανεικά επήεν στον Αναστάσην.
Μα τζιείνος λλίον έλειψεν να τον κλωτσοκοπήσει
τζι’ εγύρεψεν με άσσιημον τρόπον να του μιλήσει.

Πε μου θαρκέσαι Κωσταντή, τζιείνοι που τα βαστούσιν
πως του αέρα στέκουνται, ππαράες τζιαι βουννούσιν;
Μ’ ο Κωσταντής περήφανος άδρωπος όπως είτουν
τ’ αρκοντογείτου εγύρισεν σταράτα τζιαι λαλεί του:

Εν τζι’ εζήτησα γείτο μου για να μου τα χαρίσεις
εννα σπουδάσω τον μητσίν τζι’ ήρτα να μου δανείσεις.
Μιαν τζιαι θωρώ τα γράμματα παίρνει τα, τα κλεισμένα
πέρκι τζιαι φκει του χαηρκού τζιαι ναν’ καμάριν του χωρκού
να μεν τον φάει η αρκατιτζιή τζιαι τζιείνον σαν εμέναν.

Μ’ είδα εν έκαμα καλά π’ ήρτα να σου συντήχω
είτουν κάλιον μου να βουννώ αφκά πάνω στον τοίχον.
Έφυεν που τον γείτον του, με σκέψεις στο μυαλόν του
ήβρεν τζι’ εσάστηκεν που αλλού τζι’ εσπούδασεν τον γυιον του.

Εγίνηκεν μιάλος γιατρός θέμα με δοχτοράτον
τζιαι σήμμερα ούλλον το χωρκόν θέλει τον τζι’ εχτιμά τον.
Τζι’ ο γείτος του εγνώρισεν αναποθκιές καμπόσες
χαθήκασιν τα πλούτη του τζι’ εφάαν τον οι φτώσειες.

Αναρωθκιέται μόνος του ποια είτουν η αιτία
ήτουν σκληρός τζιαι άκαρτος τζι’ έφαν τον η κατζιήα.
Το ποίμαν μ’ ενν παράδειγμαν τουν’ της ζωής που ζιούμεν
πράμαν που καθημερινώς μες στη ζωή θωρούμεν
μίση τζι’ αζούλες φίλοι μου πάνω στη γην μεινήσκουν
οι πλούσιοι μπορεί να φτωσιήνουσιν τζι’ οι φτωσιοί ν’ αρκοντηνίσκουν.

Λονδίνο 5.3.1966