Κράτα τον πούντον σου γερά, φίλε συμπατριώτη
τη γλώσσαν σου τζιαι το έθιμον δίδασκε στα παιθκιά σου
τζιαι μεν λασκάρεις το σιοινίν, στη ξενηθκιάν διότι
η ξενηθκιά έσιει καμούς που κρούζουν την καρκιάν σου.

Για μιαν καλλύπερην ζωήν τον τόπον σου αφήνεις
να δώκεις κάτι που έλειπεν που σεν εις τα παιθκιά σου
πίκρες, φαρμάτζια τζιαι καμούς, η ξενηθκιά διά σου τζιαι
θησαυρίζεις όνειρα, εις τα γεράματα σου.
Μα αν μεν προσέξεις τα όνειρα εν τζιείνα που σε σπάζουν
βάρτα παιδκιά σου ώσπ’ εν μιτσιά μεσ’ τη δική σου στράταν
πουκάσ’ το δώμαν της τιμής μάθε τα να τζιοιτάζουν
τζιαι φύτεψε τους στην καρκιάν, τη γλώσσα σου χορτάτα.

Είμαι Κυπραίος να λαλούν, τζιαι να το εννοούσιν
να τους θωρείς τζιαι να λαλείς δοξάζω σε Θεέ μου
χαμένους κόπους εν θάχω, τη στράταν μου κρατούσιν
θέλεις καλλύπερον μισθόν, πε μου στα γηραθκιά σου;

Είδα αδρώπους που είπασιν, άεις τα κοπελλούθκια
μεν τους ζαλίζεις μ’ όνειρα, τζι’ εν να σαντανωθούσιν
μα που τα νεύρα ύστερα έβλεπαν λουλλοπούθκια γιοτ’
εγρειάζουνταν αππόιμεντ να πάσιν να τα δούσιν.

Ομπρύπερα στη ξενηθκιάν είτουν τα τσιάνσες λλία
ήτουν δουλιά κάθε γονιού τη γλώσσαν να διδάξει
αμμά τωρά τα πράματα αλλάξαν, τζιαι σκολεία
βρίσκεις σε κάθε περιοχήν, όπου τζι’ αν ιδκιαλλάξεις.

Γίνε φανάριν του έθιμου, της γλώσσας μας αστέρας
αν θέλεις νάσιεις για μισθόν χαράν στα γεραθκιά σου.
Μεν φήκεις κόπους τζι’ όνειρα να σου τα παρ’ ο αέρας
γιατί τη γνήσιον χαράν, θκιούν σου την τα παιθκιά σου.

Λονδίνο 13.11.1988