Που τον τζιαιρόν που άρκεψα ποιήματα να γράφω
με τους καμούς της ξενηθκιάς λόγια θα πκιάννω που καρκιάς ώσπου να μπω στον τάφον.

Θέλω ν’ αφήσω ενθύμιον κάτι για τους δικούς μου
τζι’ αν δκιαβαστούν δκυο-τρεις φορές
θαύρουν αγάπες τζιαι χαρές τζιαι αναστεναγμούς μου.

Όπως εμείς τους πρωτινούς δκιεβάζουμεν τζι’ ακούμεν τζιαι τα δικά μας τα παιθκιά
να ρίψουσιν μιαν αμμαθκιάν να ξέρουν πως ηζιούμεν.

Ριάλια ξέρω εν παίρνει ο άδρωπος μιτά του
πλάσματα πεθανίσκουσιν μ’ ενθύμιον μεινίσκουσιν τα έργα του πλασμάτου.

Σαν το θελήσει ο Θεός
τζι’ εμέν ναρτ’ η σειρά μου εν θάχω απαίτησιν καμιάν θ’ αφήκω για κληρονομιάν ούλλα τα ποιήματα μου.

Λονδίνο 1.4.1981