Είες παππού τον Νικολήν, πόσην αχαριστίαν;
Τον τζιύρην του εβάωσεν μεσ’ τα γηροκομεία.
Τζιείνος που βασανίστηκεν για να τον ισπουδάσει
τωρά νάσιει στα γεραθκιά της μοναξιάς μοιράσιν;

Εσπούδασεν τζι’ εγίνηκεν μεάλος τζιαι τρανός
τζιαι δεν τον κόφτει τι θα πει, ο κάθε χωρκανός.
Ο γέρος ονειρεύκετουν εις τα γεράματά του
ναύρει ποκούμπιν τζι’ άνεσιν νάκκον που τα παιθκιά του.

Έσιει να φα, έσιει να πιει, γιατρούς τζιαι νοσοκόμες
μ’ εν μαθημένος άλλωσπως, στ’ αλώνια τζιαι στες δόμες
να σηκωστεί που την αφκήν, έσσω του να μπουκκώσει
πουκά’ στου πέφκου τον οσσιόν να πάει να ξαπλώσει.

Με χωρκανούς στον καφενέ, ν’ αστειέψει να γελάσει
να παίξει το χαρτούϊν του, η ώρα να περάσει
τζι’ όι να ζιει σε Ίδρυμαν, άγνωστος με αγνώστους
τζιαι νάσιει πασ’ στο μέτωπον την στάμπαν τους αρρώστους.

Έρκεται σου παράπονο τζιαι κρούζει η καρκιά σου
αμμ’ εν να ζιείς τα γεραθκιά μακρά που τα παιθκιά σου.
Σήμμερα ο κόσμος έβαλεν στα γεραθκιά μαντάλιν
καλά λαλούν: Ανείως τον κολιόν τα μάθκια σου να φκάλει.

Λονδίνο 3.9.1999