Ενας φίλος που στο Λόπο κέρτισεν πολλύν ππαράν
άξυππα τον αγαπήσαν νέοι, γέροι τζιαι μωρά.
Πριν ν’ αγγονιστεί τες λίρες, κούλλουφον τον εφωνάζαν
τώρα έχουν τον σαν έχουν τα τραντάφυλλα στα βάζα.

Έκατσεν να μελετήσει τη ζωήν του την παλιάν
τότες πούσιεν αεργίες, τζι’ ήτουν έξω που δουλειάν.
Αχαήρεφτον, πεμπέλην είχαν τον οι χωρκανοί
μα αμμ’ εμυριστήκαν λίρες, του φωνάζουν συγγενή.

Τώρα οι λίρες του εγινήκαν, κάθε πόρτας αννοιχτάριν
τζιαι προτείνουν να τον κάμουν τζιαι μεσ’ το χωρκόν μουχτάρην.
Απού κούλλουφος εγίνην τώρα κύριος με το νάμιν
τζιαι μαλλώννουν στο χωρκόν του, ποιος τραπέζιν να του κάμει

Μ’ εγιώνι συμβουλεύκω τον να τους ασσιχτιρήσει
να πκιάει τα ριάλια του τζι’ αλλού να πα να ζήσει.
Λαλώ του γι’ άλλην μιαν φοράν
άμμα του φάσιν τον ππαράν
θα ξαναθκιακονήσει.

Λονδίνο 30.8.1999