Τραντάφυλλον της σκέψης μου, άντζιελε της καρκιάς μου
παρηορκά του πόνου μου, ταίριν της συντροφκιάς μου
μεσ’ την καρκιά μου σ’ έβαλα, μεσ’ την καρκιάν μου σ’ έχω
εσού μου δκιάς παρηορκάν τα βάσανα ν’ αντέχω.

Με τα φιλιά σου εξήχασα της ζήσης τα φαρμάτζια
τζιαι η δική σου συντροφκιά
έχrισεν μέσα στην καρκιάν
παλάθκια τζιαι κονάτζια.

Που τον Θεόν που μ’ έπλασεν μια χάρη θα ζητήσω
τζι’ αντάν σε πάρει έναν πρωίν, με τη δική σου την πνοήν
θέλω να ξεψυσιήσω.

Γιατ’ εν θ’ αξίζει η ζωή, αν δεν ζήσω μαζί σου
θα ζιώ με πόνο στην καρκιάν
θέλω να σ’ έχω συντροφκιάν
τζιαι στην αυλήν της παραδείσου.