Του κόσμου τα παράπονα ο ποιητής συνάει
πίκρες χαρές τζιαι κρίματα
ζυμώννει, κάμνει ποιήματα
κρατεί τα όπου πάει.

Γράψει γι’ αγάπες δυνατές που ζιούσιν παρανόμως
π’ ασκέφτως τους κατηγορούν
μα έχουν κουράγιον τζιαι μπορούν
να αγαπιούνται όμως.

Σιηλιάες εν τα πλάσματα, τον νουν που βασανίζουν
ξέρουν τζι’ οι δκυό έννεν σωστόν
συζιούν με κάποιον π’ έν γνωστόν
ότι πως δεν τσιαπίζουν.

Θεέ μου έννεν άδικον να ζιει ένας παντρεμένος
με μιαν που δεν τον αγαπά
τζι’ όπου λαχτήσει, όπου πα
να ζιεί σαν πεθαμένος;

Μια παντρεμένη πον’ έσιει τ’ αντρός της την αγάπην
σαν τη νεκρήν να παρπατεί
τζιαι ξέρει ότι την κρατεί
μόνον για το κρεβάτι.

Με τον φακόν του ποιητή φκαίννουν ούλλα στη φόρα
θωρεί της ζήσης τους τροχούς
τζιαι ξερ’ η αγάπη τους φτωχούς
ενν ούλλον ανηφόρα.

Για τους πλούσιους βέβαια, τα πράματα διαφέρουν
πιερώννουν τζιαι χωρίζουσιν
τζιαι δεν υπολογίζουσιν
πόσοι τζιαι ποιοί το ξέρουν.

Λονδίνο 4.1.1971