Έναν μπεκρή είχα συναντήσει κάποιο βράδυ
ακουμπισμένο στου στενού μου τη γωνιά
ένα όνομα διαρκώς να ψιθυρίζει
και για παρέα μια μπουκάλα είχε αγκαλιά.

Τον επλησίασα και του είπα καλησπέρα
είδα στα μάτια του να νιώθει τη ντροπή
μου είχε προτείνει να καθίσω στο πλευρό του
για τη χαμένη του αγάπη να μου πει.

Ο μεθυσμένος, με φωνάζουν και γελάνε
μα όμως δεν ξέρουν το τι νιώθω στην καρδιά.
Είν’ η ζωή που μ’ έχει σπρώξει στο μεθύσι
κι’ είναι η καρδιά μου σαν το σίδερο βαριά.

Μου είχε πει για μια κοπέλα π’ αγαπούσε
για μια κοπέλα που τον λάτρευε και αυτή
μα ο Χάρος ήρθε και την πήρε από κοντά του
και στο πιοτό τώρα ζητά να γιατρευτεί.

Λονδίνο 26.12.2001