Τσυν’ την καρκιάν μου αρώτησα, τι με κρατά κοντά σου
τζιαι κάθε δευτερόλεπτον έχω σε μεσ’ στη σκέψην.
Άτζιαπης εν τα μάθκια σου; η τόση ομορκιά σου;
που κάμνουν κάθε φίλον μου που λλόου μου ν’ αζουλεύκει;

Τζιαι η καρκιά μου απάντησεν, πόθθεν ενν’ αρκινήσω;
που της καρκιάς την ομορκιάν; ή που την καλοσύνη;
Τζιείνη το θάρρος μου διά, τα βάσανα ν’ αντέξω
γιατί πριν νάρτει εν είχα του κόσμου εμπιστοσύνη.

Τζιείν’ το γλυτζιήν χαμόγελον στα σιείλη της π’ ανθίζει
διώχνουν μου κάθε κούρασιν αντάν τη δω ομπρός μου.
Τζιείνος ο λος της ο γλυτζιής τραντάφυλλον μυρίζει
δώρον εν η αγάπη της π’ έπεψεν ο Θεός μου.

Έτσι αγάπην εύκολα δεν βρίσκεις στουν’ την πλάση
στες τέσσερις μερκές της γης τζι’ αν πάεις ν’ ασκοπήσεις
ούτε ποπέ με τον ππαράν μπορείς να τη γοράσεις
γι’ αυτόν σταμάτα ν’ αρωτάς, έτσι πελλ’ αρωτήσεις.

Τζιαι σκέφτηκα πως δίκαιον πολλύν έσιει η καρκιά μου
τζι’ υπόσχεσην της έδωκα να μεν ξαν’ αρωτήσω.
Όρκον της έκαμ’ ως που ζιώ να σ’ έχω συντρφκιάν μου
τζιαι τ’ όνομαν σου στην καρκιάν για πάντα εννά κρατήσω.

Haringey 20.8.1989