Είπες μου πως είμαι κλέφτης, της καρκιάς τζιαι των ονείρων
τζιαι πως δίχα μου ο κόσμος, τίποτες πως δεν αξίζει.
Στης καρκιάς σου το περβόλιν, ήρτα έρωταν να σπείρω
τζιαι τ’ όνομαν μου στην καρκιάν σου κάθε σταλαμήν βουίζει.

Μα τζι’ εμέναν την καρκιάν μου αν τυχόν τζιαι τη ρωτήσεις
θα σου πει είσαι για μέναν, τ’ άστρα, η γη, τζι’ ο ουρανός.
Τζι’ αν το βιβλίον της αγάπης κάποτε για μέναν κλείσεις τότ’
ο δρόμος της ζωής μου εν να μείνει σκοτεινός.

Στη ζωή μου θάσαι φκιόρον, τζι’ εγιώ θάμαι το νερόν
θάσαι θάλασσα εσούνι, τζι’ εγιώ το γλυτζιήν σου τζιύμμαν.
Εσού μ’ έδωσες ελπίδες στη ζωή να προχωρώ
εγιώ εννάμαι η οσσιά σου στης ζωής το κάθε βήμα.

Γράψω ποιήματα για σένα, που μιλούν ούλλον γι’ αγάπην
μπλέκω ποιητικά στεφάνια, τζι’ έρκομαι τζιαι σου τα θκιώ.
Που τον Χάρον θα ζητήσω π’ έρκεται σαν τον κασάπην
αμμ’ αποφασίσει νάρτει, να μας πάρει τζιαι τους δκυο.

Αννέν αλήθκεια τζιαι υπάρχει αποθανώντας άλλη ζήση
μιαν χάρην θα ζητήσω, πον’ να φκει που την καρκιάν.
Στου παράδεισου τον κήπον πέρκει ο πλάστης μας αφήσει
για να σ’ έχω τζιαι τζιειπάνω, ταίριν μου τζιαι συντροφκιάν.

Λονδίνο 2.11.1989